«Τι σε έκανε να γίνεις ιερέας;» τον ρώτησε. «Όχι ασυνήθιστα πράγματα», της απάντησε. «Δηλαδή;» «Θέλω να πω, οι γονείς μου ήταν άνθρωποι της πίστης, επίσης είναι μια σίγουρη δουλειά. Στην Ελλάδα είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι όπως ξέρεις». Έμεινε για λίγο σκεφτικός, μετά είπε: «Η Εκκλησία σου επιτρέπει να μην ανήκεις στην εποχή σου». «Τι εννοείς;» Προφανώς δεν ήθελε να το αναλύσει περισσότερο γιατί έκανε μια κίνηση με το δεξί χέρι, σαν να διαλύει ένα σύννεφο. Σε μια στιγμή, η Μαρία κατάλαβε πόσα πράγματα έκρυβε μέσα του, κόσμους ολόκληρους, μετά μια άλλη σκέψη την απασχόλησε. Μήπως η ίδια ήταν ένα πρόσωπο γεννημένο για να φέρνει πόνο σ’ αυτόν τον άνθρωπο; Είχε έρθει κάποτε για διακοπές στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα αυτός να χάσει την οικογένεια του. Τώρα ήταν πάλι εδώ, απέναντί του, και περίμεναν και οι δύο κάτι να συμβεί… Δεν το ομολογούσαν, ίσως ούτε στους εαυτούς τους, βαθιά μέσα τους όμως το ήξεραν.