Οι γονείς του τον έβγαλαν Τουσιτάλα, που θα πει «παραμυθάς». Ήταν μια έμπνευση θαυμαστής διορατικότητας, αφού, μερικές δεκαετίες αργότερα, αυτός ο ήσυχος, ο αόρατος κανένας, αναγκάστηκε να πει ένα παραμύθι. Ένα τεράστιο παραμύθι! Μεγαλύτερο απ’ τα χίλια συν ένα της Σεχραζάτ (όλα μαζί!), και δυστυχώς πακέτο με το άλυτο πρόβλημα: Σε μια εποχή γεμάτη ταχυδακτυλουργούς αλλά καθόλου μάγους, πώς πείθεις τον κόσμο ότι είσαι... ο Θεός; Λοιπόν, εδώ που τα λέμε, μάλλον δεν μπορείς. Όμως όταν ένας πόλεμος βρίσκεται πίσω σου κι ένας θανάσιμος κίνδυνος μπροστά σου, η ελπίδα γίνεται ανάγκη κι οι ανάγκες μετακινούν βουνά. Ή τέλος πάντων, αν αποδειχτεί ότι δεν το κάνουν, το Βατικανό ίσως θελήσει να βάλει κι εκείνο ένα χεράκι... Ο Τουσιτάλα είναι ένας ήρωας καθόλου ηρωικός, μα κι ένας άνθρωπος πολύ ανθρώπινος. Κι ακριβώς γι’ αυτό, το σκάει από έναν πόλεμο που δεν είναι δικός του, για να βρεθεί αναγκασμένος να ζήσει σ’ ένα πελώριο κι ολόδικό του ψέμα. Εκεί μέσα θ’ αγωνιστεί για την επιβίωση, την αλήθεια του, το Θεό και την αξιοπρέπεια. Και θ’ ανακαλύψει τελικά πως, αν θες ν’ αλλάξεις τον κόσμο, πρέπει πρώτα να τον εμπιστευτείς.