Ο ήλιος ξύπναγε από μακριά και φώτιζε τον Εβλιγιά και τον Βρύσινα, διώχνοντας τα φαντάσματα της νύχτας και τα λιακόνια από τους μουχλιασμένους τοίχους. Ώρα να φύγουμε, προτού ξανά να μας προλάβει η νύχτα και οι καρδιές μας να σπαρταράνε -σαν πουλιά που πνίγονται- στα κοκαλιάρικα χέρια της.