Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Αλεξάνδρα, η Ευανθία και η Αλίκη...
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Αλεξάνδρα, η Ευανθία και η Αλίκη. Η Ευανθία ήθελε να γίνει ηθοποιός. Η Αλεξάνδρα χορεύτρια ή τραγουδίστρια, δεν ήταν σίγουρη. Η Αλίκη δεν ήξερε. Ήταν ένα κοριτσάκι ονειροπαρμένο, ντροπαλό, που έκλαιγε εύκολα και γελούσε ευκολότερα. «Αττικό ουρανό» τη φώναζε η μαμά της. Έλαβε μάλιστα κάποτε μια υποτροφία στο Ωδείο Αθηνών, ήθελε να γίνει Μαρία Κάλλας, έλεγε. Τρόμαξε όμως και το ’βαλε στα πόδια. Άρχισε να κάνει διάφορες δουλειές (βοηθός ψυχιάτρου, μαθητευόμενη αρωματοποιός, ιδιαιτέρα νομικού συμβούλου εις ναυτιλιακόν γραφείον, και άλλες πολλές), να ταξιδεύει, να ερωτεύεται, μικρά ταξίδια, μεγάλοι έρωτες, μικροί έρωτες, μεγάλα ταξίδια… Κάποια στιγμή, στη μέση ενός κενού, διάβασε μια αγγελία. Ζητούσαν καινούργιες φωνές στη χορωδία. Ξανάρχισε… Πέρασαν χρόνια πολλά… Πέρασε βουνά, πεδιάδες, ποτάμια και ξαφνικά συνάντησε ξανά την Ευανθία. Και η Αλεξάνδρα; Ίσως μπορέσει κάποια μέρα να χορέψει. Σήμερα ξύπνησα μ’ ένα αίσθημα έλλειψης. Είχα γυρίσει από ένα μεγάλο ταξίδι κι αυτό που ένιωσα ήταν ότι μου έλειπε ένας κήπος. Ήθελα να σηκωθώ και ν’ ασχοληθώ μόνο με τα τριαντάφυλλά μου. Να κόψω τα ξερά τα φύλλα, να ανακατέψω το χώμα τους, να βάλω τα δάχτυλά μου μέσα βαθιά στις ρίζες τους και να μαντέψω τις ανάγκες τους. Μ’ αυτή τη σκέψη βγήκα στο μπαλκόνι και κοίταξα μελαγχολικά τις λίγες γλαστρούλες που μου είχαν απομείνει από την τελευταία μετακόμιση. Τρία γεράνια, τρεις φτέρες, ένα μικρό γιασεμί, ένα φυλλόδεντρο, τρεις γαρδένιες υπό ανάπτυξη, μια Ζάκυνθος, ένας Βόλος, μια Τεργέστη. Συνήθως τα φώναζα με τα ονόματα της πόλης που τα είχα βρει ή τα ονόματα αυτών που μου τα είχαν χαρίσει, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν θυμόμουν ποτέ τις αληθινές τους ονομασίες.