Ιδέες μπερδεμένες με χρώματα, που τις ξύνεις και αναδίνουν ένα άρωμα που κάτι σου θυμίζουν αλλά δεν ξέρεις τι. Ψίθυροι μέσα στο σκοτάδι που δεν σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς κι ούτε μπορείς να ξεχωρίσεις καλά-καλά αν ήταν στον ύπνο ή στον ξύπνιο. Ατέλειωτα χαρτάκια, δυο-τρεις λέξεις σε μερικά, σε άλλα μια φράση, μια πρόταση. Σκύβεις και πιάνεις το νήμα κάποιας ζωής, που σου φανερώθηκε για μια στιγμή και ξεκινάς να το ακολουθείς, πού θα σε βγάλει; Δεν ξέρεις, ξέρεις μόνο πως πρέπει στη ζωή αυτή μια φωνή να δώσεις, γιατί έλαχε σε σένα ο κλήρος και δεν μπορείς να λιγοψυχήσεις τώρα. Κάπου εκεί, ανάμεσα στη μοναξιά και την τρέλα, γεννιέται μια σκέψη που ζητάει επίμονα το δικαίωμά της στην ύπαρξη. Κάπου εκεί γεννιέται μια ελπίδα, μια αχτίδα. Κάπου εκεί γεννιέται ένα ποίημα.