Αναζήτηση
Όλες οι κατηγορίες
    Menu Κλείσιμο

    Νίκος Σκαλκώτας, Σουίτα για βιολί και μικρή ορχήστρα: Παρτιτούρα ορχήστρας

    Σημείωμα του ενορχηστρωτή και επιμελητή της έκδοσης Η "Σουίτα για βιολί και μικρή ορχήστρα" (1929) του Νίκου Σκαλκώτα (1904-1949) είναι ένα από τα έργα που ο συνθέτης άφησε πίσω του στο Βερολίνο γύρω στον Μάρτιο του 1933, νομίζοντας ότι η επιστροφή του στην Αθήνα θα ήταν προσωρινή....
    Κωδ.Προϊόντος: 240409
    ISBN: 9790801168146
    Τιμή χωρίς έκπτωση: €30,00
    €27,00
    i h
    Χρόνος παράδοσης: 1-3 μέρες
    Προδιαγραφές προϊόντων
    Διαστάσεις31χ24
    ΜεταφρασμένοΝαί
    Σημείωμα του ενορχηστρωτή και επιμελητή της έκδοσης Η "Σουίτα για βιολί και μικρή ορχήστρα" (1929) του Νίκου Σκαλκώτα (1904-1949) είναι ένα από τα έργα που ο συνθέτης άφησε πίσω του στο Βερολίνο γύρω στον Μάρτιο του 1933, νομίζοντας ότι η επιστροφή του στην Αθήνα θα ήταν προσωρινή. Ώριμη σύνθεση της περιόδου μαθητείας του στην τάξη του Άρνολντ Σαίνμπεργκ, γραμμένη από έναν δεινό βιολονίστα-συνθέτη, αφιερώθηκε στον διακεκριμένο Ρώσο σολίστ του βιολιού και αρχιμουσικό Anatol [Anatoly] Knorre, ο οποίος την παρουσίασε για πρώτη φορά δημόσια τον Απρίλιο του 1930 σε συναυλία της Singakademie του Βερολίνου, υπό τον παραλλαγμένο τίτλο ""Kleine Suite fur Violine und Orchester" [Μικρή σουίτα για βιολί και ορχήστρα], που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέεται με τις Μικρές Σουίτες αρ. 1 και 2 για βιολί και πιάνο (1946 και 1949, αντίστοιχα), έργα της όψιμης αθηναϊκής περιόδου δημιουργίας του Σκαλκώτα. Έκτοτε το έργο πιθανότατα δεν ξαναπαρουσιάστηκε, διότι, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, μεσολάβησε η "ενεχυρίαση" ολόκληρου του σώματος των χειρογράφων του μέχρι τότε δημιουργικού έργου του συνθέτη από την ιδιοκτήτρια του σπιτιού όπου αυτός διέμενε στο Βερολίνο, ενδεχομένως λόγω χρεών, και η συνεπακόλουθη εξαφάνισή τους. Ελάχιστα έργα εκείνης της περιόδου ανακτήθηκαν με τη συμβολή σημαντικών προσωπικοτήτων της μουσικής ζωής της Ελλάδας, όπως ο πιανίστας και αρχιμουσικός Γιώργος Χατζηνίκος, ο συνθέτης Γιώργος Σισιλιάνος, ο ευεργέτης Μανώλης Μπενάκης, καθώς και κάποιων εκλεκτών μουσικών-φίλων του συνθέτη, για τους οποίους ο Σκαλκώτας είχε συνθέσει έργα και τους είχε εμπιστευθεί τα χειρόγραφά του: η βιολονίστρια Νέλλη Ασκητοπούλου-Ευελπίδη, ο βιολίστας Eugene Lehner, ο πιανίστας Αντώνης Σκόκος κ.ά. Παρ όλες τις προσπάθειες, μέχρι το 2010 δεν ήταν διαθέσιμα περισσότερα από δώδεκα πρωτότυπα έργα του Σκαλκώτα από την περίοδο του Βερολίνου, μέσα από μία συνολικά εκτιμώμενη, κατά τον Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου, παραγωγή εβδομήντα περίπου έργων! Το 2010, ο μουσικολόγος Γιάννης Τσελίκας εντόπισε καταχωρίσεις αυθεντικών χειρογράφων της αναγωγής του έργου για βιολί και πιάνο και μιας καθαρογραμμένης πάρτας βιολιού, υπό τον πρωτότυπο τίτλο Suite fur kleines Orchester und Violine, στον ηλεκτρονικό κατάλογο της Βιβλιοθήκης του Μουσικού Τμήματος του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης στο Μπάφαλο των ΗΠΑ (University at Buffalo, The State University of New York). Στην ίδια βιβλιοθήκη εντοπίστηκε εξάλλου και ένα ακόμη έργο της ίδιας περιόδου: το Κοντσέρτο για βιολί, πιάνο και ορχήστρα (Μάρτιος 1930), το οποίο μάλιστα παρουσιάστηκε στην ίδια συναυλία στο Βερολίνο (Απρίλιος 1930). Και τα δύο αυτά έργα αναφέρονταν στον κατάλογο του Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου ως χαμένα. Ο Σύλλογος Οι Φίλοι της Μουσικής, διά της διευθύντριας της Μεγάλης Μουσικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος "Λίλιαν Βουδούρη", κυρίας Στεφανίας Μεράκου, μερίμνησε ώστε να εξασφαλιστούν όχι μόνο τα φωτοαντίγραφα των χειρόγραφων πηγών, αλλά και τα πνευματικά δικαιώματα των έργων. Στη συνέχεια ανέθεσε την επιμέλεια της έκδοσης και την επανενορχήστρωσή τους στο Κέντρο Ελληνικής Μουσικής με στόχο τη δημόσια παρουσίαση και την ηχογράφηση αυτών των χαμένων ψηφίδων του ελληνικού πολιτισμού. Δυστυχώς, για τη "Σουίτα για βιολί και μικρή ορχήστρα", μόνο τα τέσσερα από τα πέντε συνολικά μέρη του έργου κατέστη εφικτό να αναπλασθούν, διότι από το πέμπτο μέρος (Finale) σώζεται μόνο το μέρος του βιολιού, και κάθε προσπάθεια συμπλήρωσης του πιάνου θα ήταν παρακινδυνευμένη. Για ιστορικούς λόγους, το ελλιπές πέμπτο μέρος δημοσιεύεται στην έκδοση της πιανιστικής αναγωγής, καθώς και στο ένθετο σολιστικό μέρος του βιολιού, όχι όμως στην επανενορχηστρωμένη παρτιτούρα. Η ενορχήστρωση στα πρώτα τέσσερα μέρη ολοκληρώθηκε το 2015, και έγινε με βάση την ιδιόχειρη σημείωση του Σκαλκώτα για τη διανομή των οργάνων της ορχήστρας στο εξώφυλλο της πάρτας του βιολιού, καθώς και από τις ελάχιστες, μα πολύτιμες, ενορχηστρωτικές ενδείξεις είτε στο μέρος του πιάνου είτε στο μέρος του βιολιού, και πάντοτε με απόλυτο σεβασμό προς το συνθετικό και ενορχηστρωτικό του ύφος. Αυτή η σύνθεση αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα έργου του Σκαλκώτα εκείνης της εποχής, ακριβώς δηλαδή στο επίκεντρο της δεύτερης δημιουργικής περιόδου του στο Βερολίνο (Σεπτέμβριος 1927 - καλοκαίρι του 1931) και, ως εκ τούτου, αποτελεί ένα νέο τεκμήριο έρευνας για την ανάλυση και κατανόηση της εξελικτικής πορείας της μουσικής του γλώσσας. Η αισθητική του έργου, η οργάνωση του φθογγικού υλικού και η διανομή της ορχήστρας, η οποία βασίζεται στα πνευστά και στα χαμηλά έγχορδα, παραπέμπουν όχι μόνο σε έργα του δασκάλου του, Άρνολντ Σαίνμπεργκ, αλλά και σε άλλους αγαπημένους του συνθέτες της εποχής, όπως ο Ιγκόρ Στραβίνσκυ (Η ιστορία του στρατιώτη, 1918), ο Κουρτ Βάιλ (δάσκαλος του Σκαλκώτα στην ενορχήστρωση, Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα πνευστών, 1924) και ο Πάουλ Χίντεμιτ (Konzertmusik, έργο 48, για βιόλα και ορχήστρα δωματίου, 1929-1930, στο οποίο επίσης απουσιάζουν τα βιολιά -και οι βιόλες- από την ορχηστρική συνοδεία). Η σπονδυλωτή διάρθρωση πέντε σύντομων μερών, πυκνής γραφής, σε μορφή σουίτας (προσφιλής μορφή των πρώτων του έργων), η εξαντλητική οικονομία του μουσικού υλικού μέσα από τη χρήση ελεύθερης ατονικής αντίστιξης και μοτιβικών παραλλαγών, καθώς και η ισότιμη μεταχείριση των δώδεκα φθόγγων της χρωματικής κλίμακας (που συνήθως συνιστούν δωδεκάφθογγα θέματα, χωρίς ωστόσο πάντοτε αυστηρή σειραϊκή επεξεργασία), είναι ήδη αναπόσπαστα στοιχεία της συνθετικής του τεχνικής σε δομικό επίπεδο. Παράλληλα, η ακανόνιστη χρονική μετατόπιση σύντομων ρυθμικών μοτίβων, η οποία οδηγεί σε αμφισημία του μουσικού μέτρου, έχει αναπτυχθεί σε ένα ακόμη χαρακτηριστικό της μουσικής του, ενώ η ευφάνταστη και λειτουργικά ανεξάρτητη συνοδεία της ορχήστρας, χωρίς τη χρήση βιολιών, ώστε να μην υπάρχει επικάλυψη του σολιστικού οργάνου από ομοειδή ηχοχρώματα, προοιωνίζεται τη μελλοντική εξέλιξη του δημιουργού ως συνθέτη και ενορχηστρωτή. Γιάννης Σαμπροβαλάκης
    0.0 0
    Γράψτε τη δική σου αξιολόγηση Κλείσιμο
    • Το προϊόν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο μετά την αγορά του
    • Μόνο οι εγγεγραμμένοι χρήστες μπορούν να γράψουν σχόλια
    *
    *
    • Κακή
    • Άριστη
    *
    *
    *
    *