Με την ανθολόγηση οκτώ εμβληματικών διηγημάτων του Ιρλανδού συγγραφέα Σέρινταν Λε Φανού (1814-1873), επανασυστήνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένας από τους αδιαμφισβήτητους θεμελιωτές της λογοτεχνίας τρόμου – με τα περισσότερα διηγήματα της έκδοσης να μεταφράζονται στα ελληνικά για πρώτη φορά. Ο Λε Φανού, πέραν από πρωτοπόρος των ιστοριών με φαντάσματα της βικτωριανής εποχής, αναδεικνύεται και ως ο δημιουργός που μετατόπισε τον υπερφυσικό τρόμο από τα μεσαιωνικά κάστρα στο οικείο πεδίο της καθημερινότητας. Με την υπαινικτικότητα, την αμφισημία και το αργό, επίπονο χτίσιμο της ατμόσφαιρας, άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του, επηρεάζοντας καταλυτικά κορυφαίες πένες, από τον Μπραμ Στόκερ (Δράκουλας) μέχρι τον Χένρυ Τζέιμς (Το στρίψιμο της βίδας) – ο οποίος άλλωστε διατεινόταν, για τις ιστορίες του Λε Φανού, πως πρόκειται για «το ιδανικό ανάγνωσμα για τις μεταμεσονύχτιες ώρες σε ένα σπίτι στην εξοχή»… Στον τόμο ξεδιπλώνονται όλες οι εμμονές που στοιχειώνουν το έργο του: η επιστροφή από τον κόσμο των νεκρών, η οικογενειακή εστία που κρύβει μυστικά και ψέματα, ο φρικτός, δαιμονικός επισκέπτης που διαταράσσει την καθημερινότητα, οι θρύλοι της ιρλανδικής υπαίθρου, η βαριά σκιά της θρησκευτικότητας, η μαγευτική όσο κι απειλητική φύση, τα γεμάτα απόκοσμο τρόμο παλαιά σπίτια – όλα δοσμένα από έναν δάσκαλο του είδους υποβλητικά, μυσταγωγικά… «στοιχειωτικά»! ***************************************** Τη γυρόφερνε ένα κόκκινο φως, σαν να καιγόταν το φόρεμά της κάτω κάτω. Ερχόταν ίσια καταπάνω μου, με τα γέρικα, ροζιασμένα χέρια της λυγισμένα, σαν να πήγαινε να μ’ αρπάξει. Είχα παγώσει· με προσπέρασε όμως σαν αεράκι παγωμένο, και είδα στον τοίχο ορθάνοιχτη μια πόρτα, και τη γριά κάτι εκεί να ψαχουλεύει. Δεν την είχα ξαναδεί την πόρτα αυτήν. Γύρισε η γριά και με κοίταξε, απότομα, σαν μαριονέττα, με ένα γέλιο διαβολικό. Το δωμάτιο μεμιάς σκοτείνιασε κι εγώ βρέθηκα στην άλλη πλευρά του κρεβατιού – χωρίς να το καταλάβω.