ΣΙΩΠΗ Στόμα κλειστό ακόμα κι όταν ανοίγει Πήδηξε τα απανωτά ποτάμια με κάποιον κίνδυνο να πνιγεί Στο τελευταίο είπε –κάπως αργά– «τώρα είμαι στην αντίπερα όχθη» Τότε ήταν που το στόμα έκλεισε Άνοιγε μόνο για ν’ αναπνεύσει Πλησιάζοντας στο τέρμα προσπάθησε να κλείσει μάτια κι αυτιά Αλλά αυτό είχε μια δυσκολία γιατί τότε θα έκλεινε κι η σκέψη –δεν ήθελε να πει η ψυχή– Τουλάχιστον έμενε το στόμα κλειστό Πλησίαζε Έφτανε στη θάλασσα *** ΛΕΞΕΙΣ Οι λέξεις με κράτησαν πολλές φορές και μ’ έσωσαν από πολλά Ερχόντουσαν μόνες ή και δύο-τρεις μαζί μπορεί και σαν αράδα Είχαν περιεχόμενο ή μόνο την ομορφιά τους αυτή καθ’ εαυτή την ύπαρξή τους δηλαδή και τίποτ’ άλλο Πετάγονταν από τόπους άλλους ή από χώρους ανείδωτους κι έτσι σ’ έσπρωχναν στην περιήγηση Ηχούσαν αλλιώτικα αστεία δύσκολα Μα έτσι όπως ήμουν με κράτησαν