Σφακτηρία
Η ΣΦΑΚΤΗΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ένα νησί κατάφορτο από ιστορίες αίματος, πολέμων, θανάτου και συμπλοκών...
ΚΩΔΙΚΟΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ: 316078
ISBN: 9786186014017
Η ΣΦΑΚΤΗΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ένα νησί κατάφορτο από ιστορίες αίματος, πολέμων, θανάτου και συμπλοκών. Το νοτιότερο σημείο της χέρσου Ελλάδος, από τον Όμηρο κιόλας γνωστό ως τόπος θυσίας. Φυσικός κυματοθραύστης, φυτεμένος όπως κήπος, ημερώνει τα κύματα του απέραντου πελάγους μπροστά στην Πύλο. Ονοματοδοτεί, με το βασανισμένο της όνομα, την καινούργια ποιητική κατάθεση του Δημήτρη Κοσμόπουλου. Είναι βραχονήσι μπρος από τον τόπο καταγωγής του. Εάν όμως, η γλώσσα είναι ο τόπος καταγωγής και το σήμα υπάρξεως ενός ποιητή, τότε η Σφακτηρία του Κοσμόπουλου ανάγεται σε φανέρωση μιας γλωσσικής και μορφικής ιδιοσυστασίας. Επτά ενότητες και 112 ποιήματα σε έκταση 200 περίπου σελίδων, όπου ο ρυθμός της γλώσσας υπακούει στον ρυθμό των κυμάτων. Η ιστορία —συλλογική και προσωπική—, οι μύθοι και οι παραβολές διαπλέκονται οργανικά σ'' ένα λειτουργικό σύμπαν. Εδώ η πρόγευση του θανάτου και του κύκλου του αίματος, η μνήμη, οι απόντες — όλα συνομιλούν. Η φύση είναι ο πυρήνας της μνήμης και της καταγωγής. Η τραγωδία της ιστορίας, αλλά και των προσωπικών ματαιώσεων εκβάλλουν σε στίχους που οικοδομούν τη στερεότητα έναντι της στάχτης του χρόνου. Η άκρα απελπισία οδηγεί αντιστικτικά στο αίτημα νοήματος και στην αύρα μιας έσχατης αλήθειας που διαρκεί. Όλα αυτά όχι ως προθέσεις αλλά ως πραγμάτωση γλωσσικής και μορφικής αρχιτεκτονικής, όπου ο μοντερνισμός και η έμμετρη παράδοση αναδύονται σε σημερινή παροντική μουσική. Κατά τούτο, ένα έργο ωμά «πολιτικό». * * * ΚΑΤΑΔΙΚΟΙ Αστραφτερά λευκάζουνε τα μάρμαρα κι οι βράχοι Χύνει η Σελήνη γάλα-άναμμα, δηλητήριο της νύχτας καίει τρυφερό το δέρμα. Μείναμε μονάχοι όπως λάμπουνε τα κάγκελα στο κρατητήριο. Φεύγουνε νυχτερίδες οι ψυχές μας, ένα με τα κύματα για του ορίζοντα την ανοιχτή απεραντοσύνη. Σώματα αλυσσομένα, στις καδένες σφαλιστά σκουριάζουν, μαχαιρώνονται, δίχως ελεημοσύνη. Δεν έχει πού να κρατηθείς, τα σίδερα να σπάσεις κάμερες πάνω, διπλοπλέγματα ηλεχτρικά. Εσύ, που στέλνεις φεγγαρόσκονη να μας σκεπάσεις δώσε μας με τα χνούδια της τα σπλαγχνικά μια στάλα αγάπη, μια ψιχάλα, μια δροσιά στο κάτεργο ν’ αναβλαστήσει, θαλάσσης φυλλωσιά. Στραγγίζουν τα κορμάκια μας, κουρέλια μουσκεμένα στης πίκρας την βροχή, στης τύψης το αίμα. ΙΜΕΡΤΗ Ποια είσαι. Πού σε είχα δει πριν γεννηθώ και με ξεπλένεις στο ελαφίσιο σου το βλέμμα κι όλο βουρκώνεις κι έχεις των ματιών σου τον βυθό τον έβενο του θησαυρού πέρα από αλήθεια κι από ψέμμα, να καίει φωσφόρος στης νυχτός τον ερειπιώνα να ψιθυρίζει αδαπάνητος με φυλλωσιές. Ποια είσαι; Πού σ’ είχα δει και μου ’βαλες κανόνα την στέρηση της πέτρας, του γιαλού τις απλωσιές. Κατάστικτο μανδύα φορείς με κοιμητηρίου καντήλια κι όταν σηκώνεται ο καιρός κι ουρλιάζουν οι ανέμοι σκεπάζεις τα αγριμικά, ανάβεις τα φυτίλια στις ρίζες κάτω από την άσφαλτο κι ο κόσμος τρέμει. Με τα σφυρά από φίλντισι κι υδάτινη οσφύ και του θανάτου μάλαμα στου σώματος το πείσμα ποια είσαι κι έρχεσαι απ’ το μέλλον κι η βαφή ποιανού φωτός σού κάρπισε τον ίσκιο και το σείσμα. Μια πέτρινη λόγχη της γης, στα σπλάγχνα της θαλάσσης η νήσος τούτη — κι είμαι ’δω, ξερή σταγόνα αίμα. Πάλι έρχεσαι, μου τραγουδάς «μην με ξεχάσεις» του τέττιγα χρυσή φωνή και της αγάπης ρέμμα. ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ Αργά-αργά το χέρι μου κι ατρέπτως χωματίζει. Βγάζει γρασίδι ολόμαυρο, χρυσό μελάνι πονάει κι αναδεύεται κι ολόβαθα ανασαίνει. Βγάζει δεντράκι με λυγερά κλαδιά. Με δάκρυ, στάλα-στάλα, το ποτίζω. Τις πέτρες έκανα ψωμί, τα βότσαλα προσφάι. Στάθηκα —μαύρη μου χαρά— στου φεγγαριού το φως με του λαγού το σκίρτημα, πριν βόλι τόνε φάει. ΧΑΡΑΜΑ Πώς εξομολογούνται τα πουλιά, κατάλαβα μετά. Όταν στην αμμουδιά τον είδα να τα πλάθει με το σώμα του κατάστικτο από πληγές. Φυλλώματα για ν’ απαγκιάζουν να ζωγραφίζει. Έστρωνε χιόνι κυανό η αυγή και τα ορτύκια μούσκεμα στην κρυσταλλένια πάχνη, πέφταν με ανάλαφρα φτερώματα στο γλαυκό βαμβάκι. Φωτεινές τολύπες. Ύστερα φώλιαζαν μούσκεμα φως, ραμφίζοντας τον λαμπερό στο αίμα του χιτώνα, άρραφο, από νήμα τ’ ουρανού. «Βοήθει μοι, σε χάνω», φώναξα τρέχοντας. Αλλά ακούστηκε η μπενζίνα, το τάνκερ φάνηκε διάπλατο στον ορίζοντα, να περνά. Πώς εξομολογούνται τα πουλιά, τότε κατάλαβα και σκίρτησε το χέρι μου και κάηκε.