Σκοτεινές ημέρες. Φωτεινές νύχτες
Όταν κλείνω τα μάτια και φέρνω στο νου τον πατέρα μου, βλέπω έναν γελαστό άνθρωπο...
ΚΩΔΙΚΟΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ: 315914
ISBN: 9786182520154
Όταν κλείνω τα μάτια και φέρνω στο νου τον πατέρα μου, βλέπω έναν γελαστό άνθρωπο. Έναν ευγενή, με όλη τη σημασία της λέξης, που αν και είχε περάσει δύσκολα στη ζωή του, δεν φανέρωνε ποτέ μπροστά μας τα κατάλοιπα του παρελθόντος. Με τα απολύτως απαραίτητα μεγαλώσαμε. Ζήσαμε απλά, αλλά χωρίς να νιώθουμε στερημένοι. Με το Ντεσεβώ το ’70, γυρίσαμε όλη την Ελλάδα. Τότε βέβαια όλα ήταν πιο απλά, ή έτσι τα βλέπαμε εμείς. Απλοί όμως ήταν και οι γονείς μου. Ο μπαμπάς, που τον είχε πάρει σβάρνα η ζωή, έκατσε στα σαράντα του ξανά στα θρανία, για να πάρει το πτυχίο γαλλικής. Μετά τα σαράντα παντρεύτηκε και έκανε παιδιά και στα πενήντα πήρε δίπλωμα οδήγησης! Από… τύχη επιζήσαμε σ’ αυτές τις εκδρομές! Ποτέ δε μας μίλησε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ποτέ δεν ανέφερε τα δύσκολα χρόνια πριν την Κατοχή. Ευτυχώς όμως τα έγραψε όλα αυτά. Έτσι είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον πραγματικό πατέρα μου. Βλέπετε, όταν ο γονιός ζει, δεν μιλάμε μαζί του, τον θεωρούμε «δεδομένο» και όταν φεύγει, μας πιάνει το παράπονο, γιατί δεν δώσαμε περισσότερο χρόνο να τον γνωρίσουμε! Δεν χρειάζεται να σκιαγραφήσω τον χαρακτήρα του και την προσωπικότητά του. Αυτό γίνεται πολύ εύκολα, διαβάζοντας το βιβλίο. Θυμάμαι πάντως, έναν άνθρωπο που ξυπνούσε στις 6.30 το πρωί για να πάει στη δουλειά και ξεκινούσε τη μέρα του τραγουδώντας άριες και ναπολιτάνικα τραγούδια. Έτσι μας ξυπνούσε! Κάθε μέρα! Ούτε γκρίνια, ούτε και βουβαμάρα. Πού την έβρισκε την όρεξη για τραγούδι στις 6.30 το πρωί, δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω! Πάντα αισιόδοξος. Πάντα μισογεμάτο έβλεπε το ποτήρι. Ίσως γι’ αυτό κατάφερε τελικά να επιβιώσει. Να ξεφύγει απ’ τις τόσες δυσκολίες που αντιμετώπισε. Παρότι όμως ήταν ένας ευγενής άνθρωπος, δεν δίσταζε σε τίποτα όταν ήθελε να τελειώσει μια δουλειά. Είτε αυτός που θα τον εξυπηρετούσε ήταν ένας απλός υπάλληλος μιας υπηρεσίας είτε ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Θυμάμαι πολύ καλά, όταν είχε έρθει στη Λάρισα ο πρωθυπουργός της χώρας για μια ομιλία, ότι τον πήρε αγκαζέ σε ανύποπτο χρόνο, για να του εκθέσει το ζήτημά του. Μιλώντας του μάλιστα στον ενικό, σα να ήταν φιλαράκια από παλιά. Ή, μια άλλη φορά πάλι, με πήρε μαζί του - ίσως για να «μαθαίνω» - για να βγάλουμε κάρτα και να ψωνίζουμε φτηνά απ’ το στρατιωτικό πρατήριο. Μπαίνει μέσα με ύφος σοβαρό και λέει με στόμφο στον λοχαγό: -«Στρατηγός Ταμβακάς! Θα ήθελα μια κάρτα για την οικογένειά μου». Τότε ο λοχαγός σηκώνεται, χτυπάει μια προσοχή, τον χαιρετά στρατιωτικά και του βγάζει την κάρτα χωρίς καν να ζητήσει αποδεικτικά στοιχεία. Εγώ έμεινα εμβρόντητος να παρακολουθώ! Σα γονιός ήταν πάντα δίπλα μας, χωρίς όμως να μας «πνίγει». Μεγαλώσαμε ελεύθερα και οι επιλογές ήταν πάντα δικές μας. Το παρόν βιβλίο αποτελεί την ένωση δύο παλαιότερων ξεχωριστών εκδόσεων: «Το Μεγάλο Τούνελ» (1992) και «το Νυχτερινό Παρίσι» (1979). Επειδή όμως εξαντλήθηκαν, θεώρησα καλό να τα επανεκδώσω υπό τη μορφή ενός βιβλίου, που θα περιλαμβάνει πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Άλλωστε το ένα βιβλίο αποτελεί συνέχεια του άλλου. Στην αφήγησή του ο Γιώργος Ταμβακάς (ή Ταμπακάς όπως τον φωνάζουν στα Τρίκαλα), πολλές φορές παίρνει απόσταση από το στενό αυτοβιογραφικό ύφος και βλέπει τα πράματα «απ’ έξω». Περιγράφει, κρίνει τις καταστάσεις και τις εποχές που έζησε, αλλά όχι σαν ένας «ήρωας». Μας λέει πως την πείνα και την φτώχεια, την έζησε μια ολόκληρη κοινωνία. Την Κατοχή τη βίωσαν «σχεδόν» όλοι. Το… «σχεδόν», βέβαια, δεν το αφήνει να περάσει έτσι. Εκεί, θα πάρει θέση. Θέση πολιτική. Όχι κομματική. Θα κρίνει το σωστό και το άδικο, αλλά πάντα με μια διάθεση στωική, φιλοσοφική. Οι «σκοτεινές ημέρες» είναι ο δύσκολος αγώνας για την βιοπάλη, στα παιδικά και εφηβικά χρόνια του συγγραφέα. Οι «φωτεινές νύχτες», απ’ την άλλη, είναι τα χρόνια του Παρισιού. Ζόρικα χρόνια κι αυτά, αλλά με θετικό πρόσημο πια. Αφού ο πόλεμος και η φτώχεια έχουν περάσει πλέον ανεπιστρεπτί. Οι πιο σκοτεινές μέρες και νύχτες όμως, οι δυο χρονιές στα ναζιστικά στρατόπεδα, δεν αναφέρονται παρά μόνο επιγραμματικά! Για να γράψεις κάτι που έχεις ζήσει, πρέπει να το ξαναζήσεις, κι αυτό φαίνεται, ήταν πολύ βαρύ για τον ίδιο. Ασήκωτο! Ίσως βέβαια αυτή η σιωπή να οφείλεται και στον χαρακτήρα του. Όντας άνθρωπος αισιόδοξος, δεν ήθελε να βαρύνει κι άλλο το μέσα του. Να προσθέσω επίσης ότι, όταν γύρισε στην Ελλάδα το ’54, δούλεψε στην «Παληά Αθήνα» στην Πλάκα, για ένα περίπου χρόνο με τον Νίκο Γούναρη, τον γνωστό τότε κονφερανσιέ Γιώργο Οικονομίδη, τη ΖωζώΣαπουντζάκη και άλλους γνωστούς καλλιτέχνες στο αθηναϊκό κοινό. Ήταν η τελευταία πράξη στην καλλιτεχνική του ζωή, καθώς μια άλλη περίοδος ξεκινούσε. Η εκπαιδευτική. Ως καθηγητής γαλλικών. Με αυτή την ιδιότητά του είναι γνωστός στα μέρη που δίδαξε. «Ο Γάλλος με το Ντεσεβώ». Λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν την άλλη πλευρά του. Την καλλιτεχνική. Είναι ευκαιρία λοιπόν, με την έκδοση του παρόντος βιβλίου, να γνωρίσουν και οι ασπρομάλληδες πια μαθητές του, τον άλλο Γιώργο Ταμβακά.