Ο Γιάννης Μαγκλής εξιστορεί τη ζωή ενός «παραδαρμένου παιδιού του αιώνα μας», του Δημήτρη. Η αφήγηση ξεκινά από τα πρώτα, δύσκολα χρόνια της ζωής του, σημαδεμένα από τον θάνατο του πατέρα και τον αγώνα της καλοσυνάτης –σχεδόν αγίας– μητέρας και της σακατεμένης αδερφής του. Με όνειρο να σπουδάσει, ο Δημήτρης ρίχνεται από νωρίς στη βιοπάλη: Στο καμίνι, στα χωράφια της Καλύμνου, στο σφουγγάρι, μέχρι και ναύτης σε κοντραμπατζίδικο. Ο τόπος δεν τον χωρά. Φεύγει για την Αθήνα και στη συνέχεια εργάζεται σε σπογγαποθήκη στην Αίγινα, ώσπου ξεσπά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ακολουθούν μήνες πείνας, αδιάκοπων δοκιμασιών, στιγμές φρίκης, αλλά και ώρες αντίστασης στον κατακτητή. Στο έργο του Μαγκλή, όμως, κυριαρχεί η πίστη στον συνάνθρωπο, ιδιαίτερα στον εργάτη, για τον οποίον, όσο περισσότερο «δρωτάρι» τρέχει στο κορμί του, τόσο μεγαλύτερος είναι ο θαυμασμός του συγγραφέα. Μετά από την Απελευθέρωση, ο Δημήτρης, ειρηνοδίκης πλέον και νέος πατέρας, καταγράφει τη ζωή του και εκφράζει την πεποίθηση ότι «η ανθρωπότητα ολάκερη στέκεται απάνω στην κόψη του σπαθιού και ζυγιάζεται. Ίσως ένας Άνθρωπος μονάχα αν σωθεί, να γίνει αιτία η ζυγαριά να γείρει στη μεριά του καλού». Σε αυτήν τη μεριά της ζυγαριάς βρίσκεται ο Μαγκλής και με την πένα του δίνει με οξυδέρκεια και επιδεξιότητα τις αντιφάσεις της «ανθρωποφάγας» κοινωνίας και καταλήγει στο διαχρονικό συμπέρασμα πως «ο άνθρωπος είναι δύναμη μεγάλη». Το μυθιστόρημα Τ’ αδέρφια μου οι άνθρωποι πρωτοεκδόθηκε το 1957 και το 1959 τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Με δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες και αλλεπάλληλες επανεκδόσεις, καθιερώθηκε ως ένα από τα κορυφαία έργα της ελληνικής πεζογραφίας.