Το καινούργιο φόρεμα
«Το καινούργιο φόρεμα» παρουσιάζει για πρώτη φορά από κοινού δύο διηγήματα που, μέσα από τη διαφορετική γραφή και οπτική των συγγραφέων τους, διερευνούν με διεισδυτικότητα τις πολύπλοκες σχέσεις εξουσίας με αφορμή το γυναικείο ένδυμα...
ΚΩΔΙΚΟΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ: 317201
ISBN: 9786186005039
«Το καινούργιο φόρεμα» παρουσιάζει για πρώτη φορά από κοινού δύο διηγήματα που, μέσα από τη διαφορετική γραφή και οπτική των συγγραφέων τους, διερευνούν με διεισδυτικότητα τις πολύπλοκες σχέσεις εξουσίας με αφορμή το γυναικείο ένδυμα. Στο διήγημα της Βιρτζίνια Γουλφ, μια φαινομενικά ασήμαντη αφορμή γίνεται η αφετηρία μιας βαθιάς καταβύθισης στην αυτοσυνειδησία, στην ανασφάλεια και στην αγωνία που γεννά η διαρκής προσπάθεια για κοινωνική αποδοχή. Με τη χαρακτηριστική ευαισθησία και τη δεξιοτεχνία της, η Γουλφ μετατρέπει μια καθημερινή στιγμή σε ένα λεπταίσθητο εσωτερικό δράμα. Στα «Καινούργια φορέματα» της Κάθριν Μάνσφιλντ, το ένδυμα αποκτά ιδιαίτερη συμβολική βαρύτητα, καθώς συνδέεται με την ατομική ταυτότητα, τις κοινωνικές συμβάσεις και την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που η κοινωνία απαιτεί να είμαστε. Δύο από τα πλέον διεισδυτικά διηγήματα του αγγλόφωνου μοντερνισμού προσκαλούν τον αναγνώστη σε μια βαθύτερη αναμέτρηση με τον εσωτερικό εαυτό και τον κοινωνικό χώρο, φωτίζοντας τις αθέατες εντάσεις ανάμεσα στην επιθυμία, στην ταυτότητα και στην ανάγκη για αποδοχή. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Η Μέιμπελ άρχισε να υποψιάζεται πως κάτι δεν πάει καλά, μόλις έβγαλε την κάπα της κι η κυρία Μπάρνετ τής έδωσε τον καθρέφτη κι άγγιξε τις βούρτσες με τρόπο που την έκανε να προσέξει όλα τα σύνεργα περιποίησης μαλλιών, δέρματος και ρούχων, αραδιασμένα στο μπουντουάρ, ενισχύοντάς της την υποψία ότι κάτι δεν πάει καλά, καθόλου καλά, υποψία που, καθώς ανέβαινε τη σκάλα και χαιρέτησε την Κλαρίσα Ντάλογουεϊ, επιβεβαιώθηκε και την έκανε να κινηθεί βιαστικά προς την άλλη πλευρά του δωματίου, σε μια σκοτεινή γωνιά όπου κρεμόταν ένας καθρέφτης, για να παρατηρήσει το είδωλό της. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Κι αμέσως η μιζέρια που πάλευε συνέχεια να κρύβει, η βαθιά δυσαρέσκεια ―η αίσθηση που την κατέτρυχε από παιδί ότι ήταν κατώτερη απ’ τους άλλους―, την κυρίευσαν δίχως έλεος, αμείλικτα, τόσο βίαια που της ήταν αδύνατον ν’ αντισταθεί, όπως θα ’κανε στο σπίτι της ξυπνώντας μες στη νύχτα και διαβάζοντας Μπόροου ή Σκοτ· γιατί όλοι όσοι βρίσκονταν εδώ, άντρες-γυναίκες ανεξαιρέτως, σίγουρα σκέφτονταν: «Μα τι φορά η Μέιμπελ; Τι χάλι είναι αυτό! Τραγωδία το καινούργιο φόρεμα!» Και με το που την πλησίαζαν, τρεμόπαιζαν τα βλέφαρά τους κι έκλειναν τα μάτια τους σφιχτά. Την πλήγωναν η φριχτή της ανεπάρκεια, η δειλία της, η μηδαμινότητα κι η νωθρότητά της. Ξάφνου το δωμάτιο για το οποίο συζητούσε με τη μοδιστρούλα επί ώρες, και μάλιστα με κάθε λεπτομέρεια για το πώς θα τα περάσει, της έμοιαζε άθλιο κι αποκρουστικό· και το δικό της σαλόνι απαίσιο, όπως κι η ίδια, όταν έβγαινε καμαρωτή και φαντασμένη, κι έκανε να πιάσει τα γράμματα πάνω στο τραπέζι του χωλ, μονολογώντας: «Πλήξη!» για να δειχτεί ― όλ’ αυτά της φαίνονταν τώρα ανόητα, ευτελή κι επαρχιώτικα. Όλ’ αυτά ισοπεδώθηκαν, έσκασαν και κατέρρευσαν, τη στιγμή που μπήκε στο καθιστικό της κυρίας Ντάλογουεϊ. [Βιρτζίνια Γουλφ: Το καινούργιο φόρεμα]