Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΚΑΥΛΟΥ Σε κάποια εκστρατεία νικηφόρα του δώσανε το πρώτο του γαλόνι. Με το μυαλό γερά στην ανηφόρα, νόμιζε πως η δόξα του ψηλώνει. Στην αυταρέσκεια ανάσκελα ξαπλώνει, το σθένος του εκθειάζει και καυχάται με γαλλική σαμπάνια στο σαλόνι. Είν’ άνδρας στιβαρός και δε φοβάται. Η προσδοκία του ‘λεγε: «προχώρα! Η φήμη σου το στράτευμα σαρώνει», οι διαταγές του πέφταν σαν την μπόρα, αιτία η πολλή τεστοστερόνη. Παράσημα στο πέτο καρφιτσώνει, σαν λέοντας στους δόκιμους βρυχάται, το πάθος του ορμά και τον τυφλώνει, είν’ άνδρας στιβαρός και δε φοβάται. Για κοίτα τον πώς παραδέρνει τώρα, απόστρατος ταξίαρχος που λιώνει, τον έχει φάει η βρώμα και η ψώρα στον καναπέ του, μόνος μαραζώνει. Τώρα δεν έχει ποιον να μαστιγώνει, να πει το: «εμπρός, μαρς! Ακολουθάτε!», τα βράδια η μοναξιά του τον γυμνώνει, δειλά - δειλά αρχίζει και φοβάται. Κι όσο κανείς δεν τον αποθεώνει, η δόλια του η έπαρση συσπάται, τον θάνατο τον βλέπει να σιμώνει και σαν λαγός στην τρύπα του φοβάται.