ΙΩΛΚΟΣ «...υπέρ Παγασηΐδας ακτάς. Ένθα δ’ αριστήων Μινυών λόχος ηγερέθοντο. στείνόν δη ψαμάθους ομάδω, ρηγμίνά τ’ Αναύρου». Ορφικά Αργοναυτικά, στίχ. 112-114 Στην Ιωλκό αρχίζουνε κι εκεί τελειώνουν όλα. Γενάρης μήνας, ηλιόλουστος. Μια Ιωλκός ντυμένη με γιορτινά στολίδια που κρέμασε ο δήμος στις μυρτιές γεμάτη χαρούμενες φωνές και σιωπές συννεφιασμένες. Γελούσαν οι νεώσοικοι και τα μικρά καρνάγια κοροϊδεύοντας το θάνατο, ποτάμια ήσυχα, ξεθυμασμένα. Στην όχθη τους ρίζες από σφεντάμια κατεβασμένες πέτρες στα χωράφια, ξεκοιλιασμένοι δρόμοι ποζάτοι κόμβοι, σαν γενέθλιες τούρτες, όπως έλεγες και κόσμος βουερός στο ανοιχτό λιμάνι μαζεμένος γύρω από την Αργώ. Πατέρα, Δία, τι σκάφος! Αρματωμένη με τα ξάρτια και τα πενήντα της κουπιά. Ντόπιοι και ξένοι στο αραξοβόλι στριμώχνονται να δουν το έργο τής Γλαυκώπιδος και του Άργου. (Τους ξυλοκόπους και τους καραβομαραγκούς κανείς δεν τους θυμάται τέτοιαν ώρα). Οι φώκιες βούτηξαν στα βαθιά, τραβώντας κατά τη Σκιάθο οι γλάροι πετούσαν πάνω από το πλήθος, ξαφνιασμένοι από τις ασυνήθιστες φωνές κάποιος ξενύχτης κάθισε στο τιμόνι, μετρώντας τους σκαρμούς τους έβρισκε λειψούς και ξανάρχιζε να μετράει, μια φαλαρίδα έτρωγε στο κατάστρωμα ψάρια και μύδια και στην πλώρη ένα αγριοπερίστερο ξεκούραζε τις φτερούγες του. Κι έφταναν κατά κύματα ή κατά μόνας οι ξακουσμένοι άρχοντες από την άλλη Ελλάδα καλοντυμένοι, με τα άρματα και τις ακολουθίες τους. Ξεπέζεψαν απ’ τ’ άλογα, κι οι δούλοι τους τα πάχνιαζαν στους δημόσιους στάβλους. Γέμισε από αρχόντους και καβαλίνες, που άχνιζαν, η Ιωλκός. Κι έρχονταν άλλοι από Σχολές Πολέμου τής Σπάρτης με κρεμασμένα παράσημα άλλοι με διδακτορικά από την Αθήνα, άλλοι αγγελιαφόροι από την Κύπρο, τη Φοινίκη ή την Αίγυπτο κι οι πιο επιτήδειοι πέρα απ’ τις Ηράκλειες Στήλες άλλοι κρατώντας χάρτες και ζυγαριές και κιάλια νυχτός και μέρας άλλοι περνώντας μέσα από βουνά, χαράδρες και ποτάμια κι όλοι χαρούμενοι πλώοντες εϋκτιμένην επ’ Ιωλκόν, θύνον. Βγήκανε στα μπαλκόνια οι αρχοντοπούλες και θαύμαζαν και οι παλαίμαχοι που είχανε πάει κάποτε στην Τροία καμάρωναν κουνώντας αδέξια τα άδεια τους μανίκια κι όλοι μιλούσαν για τη νέα εκστρατεία θαμπωμένοι απ’ την επιθυμία τους κι η Άτη στα κεφάλια τους, κατοικώντας μόνιμα, κορόιδευε των Ελλήνων την καινούργια αποκοτιά. Της Ιωλκού, τέτοια εικόνα. Βγήκαν με τις ποδιές στο δρόμο οι κομμωτές, οι κάπηλοι και οι πορτοφολάδες γυρεύοντας το θύμα τους κι όλοι μιλούσαν μεταξύ τους καθαρά ελληνικά (με τις εντόπιες προφορές τους) και χώρια καταλάβαιναν καθείς δικό του φέουδο, καθένας κι άλλη γνώμη αλλάζοντας μορφές και στάση ανάλογα με τις περιστάσεις όπως ο Περικλύμενος ή ο Πρωτέας όλοι παρόντες, καλεσμένοι ή εθελοντές να πάνε στον πλατύ γιαλό να δουν και να κουρσέψουν. Κι η χώρα μου με τέτοιους Αργοναύτες μοιάζει μ’ ένα καράβι που πλέει στη Μεσόγειο χωρίς πυξίδα χιλιάδες χρόνια δίχως να βουλιάζει. Θαύμα, αξήγητο. Στην Ιωλκό αρχίζουνε κι εκεί τελειώνουν όλα.